κυρτωμένος

κυρτωμένος
η , ο[ν]
1) изогнутый, выгнутый; искривлённый; 2) сгорбленный, горбатый (о человеке)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "κυρτωμένος" в других словарях:

  • πρόκυρτος — ον, Α 1. ο προς τα εμπρός κυρτωμένος 2. ο πρόωρα κυρτωμένος 3. ο πολύ κυρτός. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + κυρτός] …   Dictionary of Greek

  • αγκιστροειδής — ές (Α ἀγκιστροειδής) αυτός που έχει σχήμα αγκιστριού, κυρτωμένος. [ΕΤΥΜΟΛ.] < ἄγκιστρον + ειδής] …   Dictionary of Greek

  • αγκυρωτός — ή, ό (Α ἀγκυρωτός, ή, όν) [ἄγκυρα] κυρτός, κυρτωμένος σε σχήμα άγκυρας …   Dictionary of Greek

  • αμβοειδής — ἀμβοειδής, ές (Α) αυτός που προεξέχει, κυρτωμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἄμβη «ό,τι προεξέχει, εξόγκωμα» + ειδής < εἶδος] …   Dictionary of Greek

  • ανάκυρτος — η, ο (Μ ἀνάκυρτος, ον) ο κυρτωμένος προς τα επάνω ή προς τα πίσω, καμπουρωτός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα + κυρτός < κυρτός. ΠΑΡ. νεοελλ. ανακυρτώνω] …   Dictionary of Greek

  • αψιδωτός — ή, ό (AM ἁψιδωτός, ή, ό) [αψιδώ ( ώνω)] κυρτωμένος σε σχήμα αψίδας αρχ. (για τροχούς) αυτός που έχει στεφάνη …   Dictionary of Greek

  • γυρός — Ονομασία δύο οικισμών. 1. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 360 μ., 18 κάτ.) του νομού Δράμας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Νικηφόρου. 2. Οικισμός (46 κάτ.) του νομού Ηλείας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Αρχαίας Ολυμπίας. * * * γυρός, ά, όν (Α)… …   Dictionary of Greek

  • διπλός — ή, ό (AM διπλοῡς, ῆ, οῡν και διπλός, ή, όν Α και διπλόος, η, ον θηλ. και διπλέη) 1. διπλάσιος, αυτός που είναι δύο φορές μεγαλύτερος ή περισσότερος, δύο φορές ίδιος («διπλό κρεβάτι, μεροκάματο») 2. ο διπλωμένος στα δύο, σε δύο στρώσεις («διπλή… …   Dictionary of Greek

  • κυρτώνω — (AM κυρτῶ, όω) [κυρτός] 1. κάμπτω κάτι ώσπου να σχηματίσει τόξο, λυγίζω, καμπυλώνω («κυρτῶν τε νῶτα κεἰς κέρας παρεμβλέπων», Ευρ.) 2. είμαι ή γίνομαι καμπούρης, καμπουριάζω νεοελλ. κάνω κάτι καμπύλο προς τα έξω, ανακυρτώνω μσν. (η μτχ. παθ.… …   Dictionary of Greek

  • κυφός — Ονομασία όρους και πόλης της Θεσσαλίας, κατά την αρχαιότητα, ίσως και ποταμού, σύμφωνα με τον Στέφανο τον Βυζάντιο. Ο Όμηρος αναφέρει ότι ήταν πρωτεύουσα των Αινιάνων και των Περραιβών και ότι πήρε μέρος στην Τρωική εκστρατεία με επικεφαλής τον… …   Dictionary of Greek

  • κύπτω — (AM κύπτω) κλίνω το κεφάλι ή και το σώμα προς τα εμπρός και κάτω, γέρνω, σκύβω, καμπουριάζω (α. «έκυπτε, πνίγουσα τους λυγμούς της επί τού λίκνου», Παπαδ. β. «κάτω ἀεὶ βλέποντες καὶ κεκυφότες εἰς γῆν καὶ εἰς τραπέζας», Πλατ.) νεοελλ. φρ. α) «δεν… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»